μια μικρή νουβέλα του Georges Jacotey
(διαβάζεται από κάτω προς τα πάνω)

Wednesday, 28 July 2010


            Κλάδεψαν τα δέντρα. Δεν πάω πια εκεί. Δε θυμίζει πια Νέα Υόρκη κι ούτε εσύ εμφανίζεσαι. Ούτε στο μετρό των Αμπελοκήπων που σε είδα πρόσφατα. Κρατάω στο χέρι μου εισιτήριο με επιστροφή για Θεσσαλονίκη. Όμως καθώς επιστρέφω απ’ τα γραφεία του κτελ σπίτι, ξέρω πως είμαι εδώ περισσότερο από ποτέ. Όχι όπως όταν ήμουν λυκειόπαιδο και είχα έρθει για πρώτη φορά. Το πεδίο του Άρεως ήταν τότε τόσο καινούργιο. Κι ήταν σχεδόν καλοκαίρι. Και τώρα καινούργιο μου φαίνεται κατά κάποιο τρόπο. Αστείο τι λεπτομέρειες μπορεί να προσέξεις στη γειτονιά σου όταν αρχίσεις να προσέχεις.

            Αυτό το κλίμα με κάνει να σε θυμάμαι στα πρόσωπα ανθρώπων που ξέρω. Τόσο καιρό προσπαθώ να το αποφύγω γιατί δε θέλω να νοσταλγώ. Η νοσταλγία είναι αρρώστια. Όμως σπάνε λίγο οι αντιστάσεις μου γιατί είναι τα γενέθλια μου σήμερα. Και όταν είναι τα γενέθλιά μου δε μπορώ παρά να θυμάμαι διάφορα, πολλά πράγματα. Και είναι καλοκαίρι. Και όλα τα καλοκαίρια είναι δραματικά. Γι’ αυτό κι εγώ είμαι έτσι. Κάθομαι στον καναπέ με τα πόδια στη λεκάνη και βλέπω τα Ψηλά Τακούνια. Έτσι είμαι. Κι εσύ ήσουν, είσαι, θα είσαι ένα αερικό. Ακόμη κι όταν θα είσαι σάρκινος και θα γραπώνω τα μπράτσα σου με μανία για να σου αφήσω νυχιές. Ένα άγριο ζώο και το αερικό του. Κι η νοσταλγία.

            Φίλα με. Δάγκωσε μου το σαγόνι. Με ανοιχτά τα μάτια. Κοίτα τι φτέρες που ξαποσταίνουν στον τοίχο. Κοίτα τη σκιά τους στον τοίχο. Είμαι ερωτευμένος με αυτή τη σκιά. Με ανοιχτά τα μάτια για να δεις τα δικά μου από κοντά. Φάε μου το σαγόνι, ρούφηξε το. Δες πως σουρουπώνει. Η σκιά που κάνουν οι φτέρες θα χαθεί για λίγο όμως θα έρθει πάλι μόλις ανάψουν οι λάμπες. Συνέχισε να με φιλάς.

Thursday, 8 July 2010


Περπατώ όλη μέρα με τα καινούργια μου παπούτσια μέσα στο σπίτι. Πρέπει να τσαλακωθούν και να παλιώσουν. Διαφορετικά είναι γελοίο να κυκλοφορεί κανείς με ολοκαίνουργια παπούτσια. Σαν είναι πεντακάθαρα δεν ταιριάζουν με κανένα ρούχο.

Περπατώ πάνω κάτω στο σπίτι και σκέφτομαι έτσι χαζά. Όταν ξαφνικά μου ‘ρχεται και με χτυπάει στη μάπα σαν άσχημη μυρωδιά: Αν δεν είσαι άνθρωπος; Αν όλες τις ποιότητες που αναζητώ στην ανθρώπινη μορφή σου τις βρω σε κάτι άλλο. Αν μπορώ να μη νιώθω μόνος δίχως εσένα; Έχανα την ώρα μου εξιδανικεύοντας άλλους; Όλες αυτές τις μορφές που σου ‘δινα. Χρειάζομαι τόσο πολύ ένα κορμί, ένα εν δυνάμει πτώμα;

Βασανίστηκα, βέβαια, με αυτές τις σκέψεις όλο το απόγευμα και όταν αποφάνθηκα πως δε σε χρειάζομαι και τόσο είπα να βγω μία βόλτα στον βραδινό αέρα. Πέρασα από το σημείο που πολλές φορές σε συναντώ, αυτό που μοιάζει με Νέα Υόρκη. Ήθελα να δω αν θα ζωντάνευε η ανάγκη μου για σένα. Τίποτα. Αλήθεια, τίποτα δεν αισθάνθηκα. Παρατήρησα μονάχα τις σκιές που κάνουν οι φτέρες στους τούβλινους τοίχους υπό το φως της λάμπας και έφυγα.

Καθώς όμως επέστρεφα σπίτι έκανες κάτι που δεν περίμενα καθόλου. Εμφανίστηκες μπροστά μου τόσο πραγματικός, τόσο ακέραιος που δε θα μπορούσα με κανένα τρόπο να αμφισβητήσω τη δυνατότητά σου να υπάρχεις. Ήσουν στην ηλικία μου και είχες το ίδιο ανάστημα με ‘μένα. Εγώ ανέβαινα κι εσύ κατέβαινες τις σκάλες και για όσο διήρκησε όλο αυτό κοιταζόμαστε τόσο έντονα που έσβησαν τα πρόσωπα των άλλων ανθρώπων γύρω μας. Το θριαμβευτικό χαμόγελο που είχα πάρει νωρίτερα έσβησε. Πήρα το τρένο και πήγα σπίτι χωρίς να ξέρω που μπορεί να πήγες εσύ.

Saturday, 3 July 2010


Περπατώ στα πλακόστρωτα του Μοναστηρακίου κι έχω τον ήλιο από πάνω μου να με σκάει. Η ζέστη σήμερα δε σκαλίζει απλά τους πόρους του δέρματός σου αλλά ακούγεται κιόλας. Σα να ξεφλουδίζεσαι στ’ αυτιά: συμφωνούν κι ενορχηστρώνουν τρυπάνια, άνεμοι, σκόνη, βόμβος και εξατμίσεις. Όχι άνθρωποι, δεν τους ακούω αυτούς. Σα να μιλάνε μέσα στο στόμα τους. Ή με τα μάτια. Οι Αθηναίοι μιλάνε πάντα αθόρυβα, με τα μάτια. Με το λόγο χτίζουν τάφρους.

Στο στενό με τα καπελάδικα με κοιτούν όλοι. Αισθάνομαι όμορφος, καλοντυμένος. Μετά αισθάνομαι περίεργα και πως πρέπει να κουρευτώ. Η ζέστη με οδηγεί και η βουή μέσα στο κεφάλι μου με παρασύρει. Φτάνω σε κάτι κάγκελα και βλέπω τους αρχαιολόγους στην ανασκαφή. Το καμπανάκι σημαίνει το διάλλειμα για κολατσιό. Δίπλα μου στέκεται μια ανθρώπινη οικογένεια Δανών τουριστών. Δύο ξανθά κοριτσάκια μιλούν και φαίνονται σαν άγγελοι. Είναι όλο υποθέσεις για την ανασκαφή: Måske το ένα  måske το άλλο. Τους λέω από μέσα μου: «Måske jeg rejser til Danmark i september. Måske jeg dør». Στρέφομαι πάλι στους ανθρώπους της ανασκαφής. «Oldtid.. oldtidens Athen».

Στο HnM της Σταδίου ένας συνομήλικός μου Πακιστανός αγοράζει περήφανος την καλοκαιρινή του γκαρνταρόμπα. Είναι τόσο χαρούμενος και ζωηρός. Εγώ βαριέμαι τόσο πολύ. Βαριέμαι ακόμη και ν’ απλώσω το χέρι μου να πάρω μια κρεμάστρα. Ξαφνικά παίρνω ένα βρακί και το εξετάζω. Λες και δεν έχω ξαναδεί βρακί. Ο Πακιστανός παρατηρεί προσεκτικά τα πιο άσχημα πουκάμισα του μαγαζιού. Έτσι μου ‘ρχεται  να πάω και να του κάνω κήρυγμα. Όμως μετά χαλαρώνω. Χαίρομαι με ότι κι αν διαλέξει. Χαίρομαι με το διάπλατό χαμόγελο και τα λευκά του δόντια. Θέλω να πάω και να φυσήξω απαλά στο σβέρκο του. «Ε, φίλε, πάμε να τρέξουμε στο γρασίδι». «Ε, φίλε, πάμε στο αρχαιολογικό μουσείο.» Οφφ! Τι βαρετή που είναι η ζωή στα πολυκαταστήματα!

            Αλήθεια, τελευταία βαριέμαι πολύ να αγοράσω το οτιδήποτε. Ακόμη και απαραίτητα πράγματα από το σούπερ μάρκετ. Θα ήταν υπέροχο να το έκανε κάποιος άλλος για μένα. Είναι τόσο κουραστικό να επιλέγεις τα κατάλληλα προϊόντα. Είτε αυτά είναι ρούχα είτε φαγώσιμα ή και κάτι άλλο. Όπως για παράδειγμα μερικές κασέτες minidv ή μία κρέμα για μύκητες από το φαρμακείο. Την τελευταία φορά που πήγα στο σούπερ μάρκετ πήρα ένα σορό άχρηστα πράγματα απλά και μόνο επειδή ήθελα να τελειώσω όσο το δυνατόν πιο σύντομα και να φύγω από κει μέσα. Μετά έκλαψα τα λεφτά που ξόδεψα γιατί δε μου τρέχουν κι απ’ τα μπατζάκια και είπα να διαβάσω τα ζώδια να παρηγορηθώ. Οι αστρολόγοι ξέρουν να σε χαϊδεύουν. Γι’ αυτό όλοι διαβάζουν τα ζώδια. Όχι γιατί τα πιστεύουν αλλά γιατί αισθάνονται ωραία να τους λέει κάποιος πως θα τα καταφέρουν, πως είναι απλά ζήτημα πλανητών. Κάντε λίγο υπομονή μέχρι να φύγει ο Κρόνος.

            Εγώ όμως διαβάζω και τα υπόλοιπα ζώδια γιατί κάποιο από αυτά θα είσαι εσύ. Μπορεί βέβαια να είσαι κι εσύ λέων και να πάμε να ζήσουμε στη σαβάνα. Μπορεί βέβαια να είσαι και υδροχόος και να έχουμε μία σχέση αγάπης-μίσους. Μπορεί ακόμη να είσαι παρθένος και να μη μπορώ να σε καταλάβω. Ή ακόμη αιγόκερος και να σε βαριέμαι. Αν είσαι όμως λέων, στο λέω, θα περνάμε πολύ ωραία στη σαβάνα. Θα τρώμε αντιλόπες. Αν είσαι Έλληνας δε μ’ ενδιαφέρεις, αν είσαι Πακιστανός θα σου μάθω να αγοράζεις τα σωστά πουκάμισα.

            Μπήκε Ιούλιος, ο μήνας των γενεθλίων μου. Όλα φαίνονται καλά και ήρεμα σα την γαλήνη πριν τη φουρτούνα. Το βλέπω και στους άλλους στα καφέ του κέντρου. Όλοι ξέρουν πως κάτι έρχεται αλλά κανείς δεν το εκφράζει. Λες και κάνουμε ομαδικό meditation για να είμαστε προετοιμασμένοι για τα χειρότερα. Γιατί, ναι, υπάρχουν και χειρότερα. Νομίζω πως αν μείνω για λίγο ακόμη στην Ελλάδα θα πεθάνω. Ή θα με πεθάνουν. Όπως με πεθαίνουν αργά από την παιδική μου ηλικία. Και για όλα αυτά που συμβαίνουν αισθάνομαι σαν μια Κασσάνδρα. Τέτοια είναι η πληγή μου και την αλατίζω υποκύπτοντας, που και που, στη μοιρολατρία των ζωδίων.


Tuesday, 29 June 2010


Τα μεσάνυχτα περπάτησα στο πάρκο. Αναγνώριζα τις κινήσεις των φυλλωμάτων στο σκοτάδι και σκεφτόμουν: πρέπει να αποδεχτώ τις χίμαιρες ή να απαλλαγώ από αυτές; Μήπως η χίμαιρα είναι μία; Μήπως είναι μία χημική ουσία στον οργανισμό μου; Τα δέντρα γύρω μου αφουγκράζονται τέτοιες σκέψεις για χρόνια. Φταίει το διοξείδιο που εκλύουν τα φυλλώματα τη νύχτα; Στην άκρη του δρόμου μύριζε σα μουχλιασμένη κάλτσα.

Οι χίμαιρές μου είναι η κινητήριος δύναμή μου και για καιρό τώρα τριγυρνούν στη αυλή. Πηγαίνουν τόσο μακριά όσο τους επιτρέπουν τα λουριά. Γιατί με έπεισαν να βάλω αυτά τα λουριά ούτε που θυμάμαι. Πρέπει τώρα να τις αφήσω ελεύθερες. Τα δέντρα σφυρίζουν. Ήρθε η νυχτερινή ηχώ. Πόσα πράγματα να συμβαίνουν στο διάστημα που χαϊδεύω το πίσω μέρος του κεφαλιού μου; Πόσο πράγματα συμβαίνουν ταυτόχρονα άραγε, από ‘δω ως τα πέρατα του κόσμου;


Saturday, 26 June 2010


Σήμερα έχω την ανάγκη να πάρω μία άλλη μορφή. Να φορέσω ένα προσωπείο για να με αναζητήσεις. Να γίνω αερικό για να με νιώσεις στα πρόσωπα των περαστικών που θα διαλέξεις. Να γίνω μια ψηλή, ξανθιά γυναίκα. Κοίτα με σα μια ψηλή, ξανθιά γυναίκα. Κοίτα το πρόσωπό μου, είναι χλωμό.

Περπατώ στην ασθμαίνουσα πόλη με τον βίαιο καιρό της. Κοιτάζω τα πόδια των περαστικών που με προσπερνούν αλλά το βλέμμα μου είναι οκνό. Δεν προλαβαίνω καμιά εστιασμένη εντύπωση. Όλα είναι θολά και διαρκούν λίγο. Σύντομα, στέκομαι με ένα χάρτινο ποτήρι καφέ πλάι στο φανάρι. Με βλέπεις τώρα; Με το ένα χέρι μαζεύω τα μαλλιά μου πίσω και μυρίζω τον ιδρώτα στη μασχάλη και στο μπράτσο μου.

Συνομήλικά μου αγόρια και κορίτσια σερβίρουν τα έξω τραπέζια. Κρέπες, πανακότες και κρύα ζυμαρικά που σύντομα θα καταβροχθίσουν οι γέρικες μασέλες που θα τα πληρώσουν. Στο πάνω πάτωμα, στις τουαλέτες, απολαμβάνω τη ζεστή μυρωδιά των ούρων. Απ’ το ανοιχτό παράθυρο βλέπω τις πόρνες του πίσω δρόμου. Είναι μισά αγόρια μισά κορίτσια που ξέρουν να βγάζουν μεροκάματο. Είναι ντυμένες φτηνά αλλά έτσι μάγκικα που στέκονται μου φαίνονται όμορφες.

Πιο κάτω στη γωνία ένας μαύρος πλανόδιος μου ζητάει τσιγάρο και φωτιά. Μου λέει χωρίς να τον ρωτήσω πως είναι από την Γκάνα. Με τη συζήτηση ανακαλύπτουμε πως είμαστε γείτονες και χαμογελάμε ο ένας στον άλλο και σκεφτόμαστε πως είναι πολύ πιθανό να ξανασυναντηθούμε. Τον λένε Κουάσι γιατί γεννήθηκε Κυριακή κι έτσι το έχουν εκεί. Τα δάχτυλα των ποδιών του φαίνονται στραπατσαρισμένα και λίγο σιχαμερά. Συνειρμικά και μόνο σκέφτομαι τι ωραία που θα ήταν να του έκανα ένα ποδόλουτρο. Μετά σκέφτομαι να κάνουμε μαζί μπάνιο και μετά σεξ. Ο Κουάσι με αποχαιρετά κι εγώ του ανταποδίδω αγγίζοντας φευγαλέα το χέρι του. Έτσι του δείχνω τη συμπάθειά μου.

Μπορεί να είσαι εσύ ο Κουάσι ή ο Κουάσι να είναι εσύ! Βλέπω την πλάτη σου αγαπημένε μου. Πετάς το τσιγάρο και μπαίνεις με τον τεράστιο μαύρο σάκο σου στο μετρό.

Νυχτώνει και εξαντλούμαι και περιμένω το λεωφορείο. Σιγά σιγά παίρνω και πάλι τη γνώριμη μορφή μου. Δεν είμαι πια η ψηλή ξανθιά γυναίκα. Είμαι το κοντοπίθαρο αγόρι με το αχνό μουστάκι. Ούτε κι εσύ είσαι ο Κουασί. Γιατί να σε επινοήσω πίσω από τα μάτια ενός Γκανέζου μετανάστη; Αφού αυτή τη φορά η επινόηση ήμουν εγώ. Εσύ θα έπρεπε να μου δώσεις σχήμα. Εσύ, Κουάσι, θα έπρεπε να μου πιάσεις το χέρι. Όχι εγώ. Θα έπρεπε να με σφίξεις, να πλησιάσεις το στόμα σου στο πρόσωπό μου. Τόσο πολύ θα ‘θελα να μυρίσω την τσιγαρίλα στην αναπνοή σου.

Βρέχει. Βρέχει στην Κοραή. Βρέχει και στην Κυψέλη. Το λεωφορείο με πάει σπίτι και μετά κάνει κύκλους. Κέντρο-Κυψέλη.. κέντρο-Κυψέλη.

Tuesday, 15 June 2010


Αυτή η ζέστη δε μ’ αφήνει να κοιμηθώ. Ξαπλώνω ανάσκελα στο κρεβάτι μου και φαντάζομαι να εξατμίζομαι. Μετά φαντάζομαι πάλι εσένα. Τι ωραία θα ήταν να ήσουν λίγο πιο χειροπιαστός απόψε. Χρειάζομαι το βάρος ενός ανθρώπινου σώματος πάνω μου και το μαξιλάρι δεν είναι καλό υποκατάστατο. Σε φαντασιώνομαι κάπως μεγαλύτερο από μένα, πλαδαρό και με ζάρες. Σε φαντασιώνομαι σάρκινη μάζα που πλάθεται σαν πλαστελίνη.

Κάποτε σε είχα πάνω μου. Όχι πριν πολύ καιρό. Θυμάμαι καθαρά πως παλεύαμε με τη ζέστη στον ύπνο μας. Τρίβαμε τις βρώμικες πατούσες μας. Άλλες φορές τις κρεμούσαμε στην άκρη του κρεβατιού. Ξυπνούσαμε πάντα με πονοκεφάλους και με τον πρώτο καφέ γράφαμε ποιήματα. Αλλά με συγχωρείς, δεν πρέπει να μιλάω για το πώς ήσουν τότε αφού γράφω για να σε αναζητώ στο τώρα.

Δε μπορώ να κοιμηθώ και κοιτάζω να ανακαλύψω πράγματα στο σκοτάδι. Όλα φαίνονται σα σκόνη ή σα χιόνι τηλεόρασης, μόνο στο πολύ πιο σκούρο. Τα κρεμασμένα ρούχα μου σχηματίζουν έναν μικρό ελέφαντα. Έχω υπερένταση και η υπερένταση μου προκαλεί πάντα σύγχυση. Από ένα σημείο και μετά συγχύζομαι με το παραμικρό. Συγχύζομαι με τον μικρό ελέφαντα και όλη αυτή τη βραδινή σιωπή. Θέλω να κοιμηθώ, νυστάζω, αλλά δεν μπορώ.

Τα καλοκαίρια στην Ελλάδα σε αναστατώνουν και η ζέστη δε σε αφήνει ποτέ σε ησυχία. Στο τέλος όλοι γκρινιάζουν γι’ αυτό και η κατάσταση καταλήγει τόσο γνώριμη και βαρετή. Στο τέλος όλοι γκρινιάζουν και καπνίζουν και γεμίζουν τις παραλίες με σκουπίδια. Τα καλοκαίρια στην Ελλάδα σε κάνουν να θέλεις να ερωτευτείς αλλά ποτέ δεν τα καταφέρνεις. Τα καλοκαίρια στην Ελλάδα σου προκαλούν εγκαύματα, κυκλοθυμίες και μελαγχολία.  

Η μαμά μου είπε στο τηλέφωνο να πίνω πολλά υγρά και να κάνω πολλά ντους. Όσο το δυνατόν περισσότερα. Μου πρότεινε επίσης να τρώω σαλάτες και κρύα ζυμαρικά. Η μαμά ξέρει τόσα λίγα για μένα. Αν κάποια μέρα αποφασίσω να της μιλήσω για τον Jacotey η συζήτηση θα μας πάρει χρόνια. Η μαμά δεν καταλάβαινε πόσο τη χρειαζόμουν όλα αυτά τα εφηβικά καλοκαίρια. Η μαμά δεν ήξερε τι να κάνει όταν κλεινόμουν στο σπίτι και δε μιλούσα με κανένα. Έλεγε τα πάντα στον μπαμπά κι αυτός με ρωτούσε «Γιώργο, γιατί δεν παίζεις με τα άλλα παιδιά;». Μία μέρα του διάβασα ένα ποίημά με το οποίο εξέφραζα το μίσος που έτρεφα τότε για τον κόσμο. Μου θύμωσε και παρότι άθεος άρχισε ένα χριστιανικότατο κήρυγμα.

Αυτή η ζέστη δε μ’ αφήνει να κοιμηθώ. Πρέπει να περιμένω μέχρι να εξαντληθώ πλήρως και αυτό δε συμβαίνει ποτέ πριν το ξημέρωμα. Τα καλοκαίρια στην Ελλάδα σε κάνουν πλάσμα νυκτόβιο και ως πλάσμα νυκτόβιο αναπτύσσεις νυκτερινές υπερδυνάμεις: σούπερ ακοή και νυχτερινή όραση. Σα νυχτερίδα. Τα καλοκαίρια στην Ελλάδα έχεις τόσα πράγματα να σκεφτείς όλα αυτά τα βράδια που μένεις άυπνος.

Friday, 11 June 2010



Σήμερα ήσουν για πρώτη φορά σπίτι μου. Ήπιαμε καφέ, μιλήσαμε και ύστερα πήγαμε στο event. Περπατούσες μπροστά και έβλεπα την πλάτη σου. Γύρω, το γνώριμο τοπίο με τις ανθισμένες γαρδένιες. Σ’ ακολουθούσα περήφανα, με το κεφάλι ψηλά. Είναι καλό σημάδι αυτό αγαπημένε μου. Βγήκα από το σπίτι για να πάω κάπου. Είναι καλό σημάδι.

Η παρουσία σου με δυναμώνει, με κάνει να νιώθω πως η περίοδος της χειμερίας νάρκης λήγει κάπου εδώ. Δε θα σου το πω γιατί τα λόγια μου μπορεί να το χαλάσουν. Σπρώχνω απλά τα χείλη μέσα στο στόμα να τα υγράνω. Έλα και αύριο σπίτι μου. Θα φιληθούμε για να σφραγίσουμε το τέλος του χειμώνα.

Monday, 7 June 2010


Δεν μπορώ να κοιμηθώ και ακούω τα solo του OHalloran. Τα όνειρα έρχονται σα φαντάσματα. Τα πρώτα πουλιά που κελαηδούν είναι οι τύψεις μου. Τι σημαίνει να είσαι πουλί; Γιατί κελαηδάς το ξημέρωμα;

Μέσα σε πέντε λεπτά, κατέστρεψα κάτι που έφτιαχνα μέρες. Θυμάμαι τις φτέρνες σου στο ξημέρωμα. Κοιμόσουν μπρούμυτα, μέσα στη σκηνή. Σα να μεγαλώνω. Δε μπορώ πια να νοσταλγώ. Ούτε να κοιμάμαι τόσο όσο τότε. Ούτε να κοιμάμαι το πρωί.

Τα φαντάσματα αναπληρώνουν τα όνειρα. Θυμάσαι τα ξημερώματα; Τα γερασμένα αγάλματα κι εμείς στο πάρκο. Η υγρασία των φυλλωμάτων. Τα αγκομαχητά και τα άπλυτα ρούχα. Δε μπορώ πια να νοσταλγώ. Δεν κάνει. Πρέπει να γράφω.

Sunday, 6 June 2010


Ω! Είμαι πολύ νευριασμένος με αυτά που συμβαίνουν στη χώρα! Μια γυναίκα στο μετρό μου ράγισε την καρδιά. Είδαμε όλοι γύρω της τα δάκρυά της. Μα δε μιλήσαμε. Ούτε μεταξύ μας, ούτε μαζί της.

Πήγαινα στο μάθημά μου όπως κάνω κάθε Παρασκευή και είχα φροντίσει να είμαι καθαρός και όμορφος. Η δασκάλα μου νοίκιασε ένα καινούργιο σπίτι και ήθελα να είναι όλα ωραία. Ήθελα να της πω «καλορίζικο!». Της πήρα ακόμη και ένα ακριβό γλυκό. Όμως μια μεσόκοπη γυναίκα στο διπλανό κάθισμα έκλαιγε. Έκλαιγε σιωπηλά και μιλούσε στο τηλέφωνο.

«Της ζήτησα ένα εικοσάρικο» είπε, «Αλλά δεν είχε να μου δώσει. Πρέπει να βρω κάτι να ταΐσω τα παιδιά». Κοίταξα το κουτί με το γλυκό που πριν λίγο είχα αγοράσει. Μέχρι που σκέφτηκα να της το δώσω. Έκλεισε το τηλέφωνο. Έχει κακό σήμα στο μετρό. Ξαναχτύπησε, αυτή τη φορά ήταν κάποιος άλλος. Το κατάλαβα γιατί είπε πως μόλις μίλησε με τη Μαρία.

Μία κοπέλα στα τριάντα την κοίταξε έντονα. Δεν μπόρεσα να καταλάβω τι ακριβώς σήμαινε αυτό το βλέμμα. Κι οι άλλοι γύρω κοιτούσαν και μετά κοιτούσαν ο ένας τον άλλο. Δεν είπαμε τίποτα κι αποφάσισα να μη δώσω το γλυκό.

Ανάμεσά τους ήσουν κι εσύ. Ήσουν ένας ταξιδιώτης με backpack που κατευθυνόταν σίγουρα προς το αεροδρόμιο. Είμαι σίγουρος πως ήσουν εσύ γιατί είχε κάτι το τόσο ευγενικό η φυσιογνωμία σου. Δε με κοίταξες αλλά υπήρξε σίγουρα μια επαφή. Τι γλώσσα άραγε μιλάς; Πολύ πιθανόν να μην κατάλαβες τίποτα από το περιστατικό με τη φτωχή γυναίκα. Όμως θα είδες θαρρώ τα δάκρυά της.

Τα δάκρυά της, ξένε κι αγαπημένε, τα φοβάμαι. Τα δάκρυά της τα κατανοώ. Μακάρι να μπορούσα να ελαφρύνω το φορτίο της. Να χύσω μερικά από τα δάκρυά της κι εγώ. Όμως τα μάτια μου παραμένουν ξερά. Δεν της έχω δώσει το γλυκό και η γυναίκα φεύγει. Στην επόμενη στάση φεύγω κι εγώ. Σου λέω νοερά αντίο και καλό ταξίδι.

Αν αυτός ο νέος κόσμος που αισθανόμαστε όλοι να πλάθεται αποτύχει, τι θα συμβεί σε όλους εμάς; Αν αυτή η πυρκαγιά που μαίνεται αφήσει ένα σκληρό, πετρώδες, καρβουνιασμένο τοπίο; Γιατί όλο αυτό δεν επισπεύδεται; Πώς να γνωρίζεις εσύ; Εσύ είσαι απλά ένας ταξιδιώτης. Και τελικά είσαι κάποιος που δεν υπάρχει.

Thursday, 3 June 2010


Βλέπω τηλεόραση. Η τηλεόραση μου μεταδίδει ένα ορμητικό κύμα θλίψης. Μιας θλίψης που ιδεατά μοιράζομαι με κάποιο σεναριογράφο, ηθοποιό, σκηνοθέτη. Στην πραγματικότητα αυτή η θλίψη είναι δική μου. Το ίδιο συμβαίνει και με σένα. Δεν είσαι παρά σημεία δανεικά από το καθολικό φαντασιακό τοπίο της ανθρωπότητας και της ιστορίας. Δεν είσαι παρά ένα ψηφιδωτό από εντυπώσεις. Είσαι φτιαγμένος από λογοτεχνία, σινεμά, σκίτσα ακόμη και από πολιτική ιστορία. Είσαι δανεικός αλλά είσαι και δικός μου. Είσαι φάντασμα αλλά και σάρκα.

Κλείνω την τηλεόραση και κοιτάζω το πρόσωπό μου καθώς καθρεφτίζεται στο γυαλί. Φοβάμαι τον εαυτό μου άρα φοβάμαι και τους άλλους. Μένω να κοιτώ το είδωλό μου. Εστιάζω πολύ βαθειά στα μάτια. Εύχομαι να βγεις από το γυαλί και να με πας στην αληθινή ζωή. Στην αληθινή ζωή θέλω να πάω, όπου ο χρόνος είναι αναλώσιμος. Πάρε με, πήγαινέ με εκεί.



Wednesday, 2 June 2010


Με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά στο στήθος, περπατώ κάπως γρήγορα και θυμωμένα μέσα στο πάρκο. Γυρίζω σ’ όλους τους θάμνους για να δω από πίσω ̇ δεν είσαι εκεί. «Θέλω να σου πω..» σκέφτομαι, «θέλω να σου πω». Θέλω να σου πω πως κουράστηκα να δίνω εξηγήσεις. Θέλω να σου το πω γιατί δε με ακούνε όλοι αυτοί που γνωρίζω.

Οι γαρδένιες ολόγυρα έχουν ανθίσει. Τα παιδάκια που παίζουν στην αλάνα μοιάζουν με γίγαντες. Μ’ ένα δυνατό τους πάτημα πέφτουν τα πουλιά απ’ τα δέντρα. Φοβάμαι τόσο πολύ. Μα που είσαι;


Ξέρω πως δε μπορώ να σ’ αποζητώ και πως δεν ανταποκρίνεσαι σε κανένα κάλεσμα. Η τύχη σε φέρνει σε μένα, κι οι μυστηριώδεις συνθήκες. Μα τώρα σε χρειάζομαι να μ’ αγκαλιάσεις να μη με βλέπουν τα παιδάκια. Κι ας μην είσαι ύλη. Κι ας μην είσαι αλήθεια.
  
Δε σε βλέπω. Πρέπει να πάω σπίτι μου. Να πω ένα βιαστικό αντίο σε μια φίλη μου. Να φτιάξω κάτι δροσιστικό να φάω και να αποφασίσω αν θα βγω να σε ψάξω ξανά μόλις σουρουπώσει. Μάλλον δε θα το κάνω. Όταν σε ψάχνω δε σε βρίσκω, αφού δεν υπάρχεις. Κι έχεις αυτή την εμμονή να έρχεσαι εσύ σε μένα. Το αντίθετο σε ενοχλεί.

Εντάξει, θα πάψω ακόμη και να σε περιμένω. Θα βρω έναν τρόπο να ηρεμήσω. Αφού έτσι κι αλλιώς κάποια στιγμή θα εμφανιστείς. Θα σου ζητήσω να με φιλήσεις κι έτσι θα με έχεις αποζημιώσει. Θα προσπαθήσω να καταπνίξω την αγωνία μου και να σε ξεχάσω για να μη σε περιμένω. Θα εμφανιστείς όταν δε θα σε περιμένω. Σου αρέσουν οι εκπλήξεις.





Monday, 31 May 2010


            Κάθε που σουρουπώνει, κάθομαι στον καναπέ του σαλονιού και το μόνο που κάνω είναι να παρατηρώ. Παρατηρώ τις κάτω άκρες των κουρτινών που τις σηκώνει το ρεύμα. Παρατηρώ το φως που πέφτει. Δεν ανάβω τα φώτα παρά μόνο όταν έχει σκοτεινιάσει για τα καλά. Παρατηρώ τα σωματίδια της σκόνης στον αέρα. Παρατηρώ και παρατηρώντας καθαρίζει το μυαλό μου.

            Εδώ και ώρα λέω να πάω στην κουζίνα, να βάλω νερό να πιω μα δεν το κάνω. Στέκομαι με τους ώμους γυρτούς προς τα μέσα κι αυτό με κάνει να πονάω και να καμπουριάζω μα δεν μπορώ ν’ αλλάξω στάση. Ο θερμοσίφωνας είναι ώρα ανοιχτός αλλά βαριέμαι τόσο να τον κλείσω. Έτσι όπως πάω θα πεθάνω εξαιτίας της συνεχούς αναβλητικότητάς μου στα πάντα. Μπορεί να ανατιναχθεί ο θερμοσίφωνας. Αυτός ήταν ένας μεγάλος μου φόβος σαν παιδί.

            Κλείνω τα μάτια μου ελπίζοντας να μη με πάρει ο ύπνος έτσι. Γυρίζω στο πλάι και φιλώ τον δεξιό μου ώμο. Απαλά, αρχίζω να τον γλύφω. Μακάρι να ήμουν μετά από μπάνιο στη θάλασσα. Μου αρέσει η γεύση της αλμύρας στο δέρμα. Μακάρι να μη φοβόμουν να είμαι με τους ανθρώπους που θέλω να είμαι.

            Μπορώ να πάρω ένα τηλέφωνο, να στείλω ένα e-mail όμως αυτοί θα μου ζητήσουν να κάνω πράγματα που δεν θέλω. Δε μπορώ να πω όχι. Θα τους το πω με το πρόσωπό μου αλλά δε θα το καταλάβουν. Θέλει να δίνεις μάχη με τους ανθρώπους. Every single moment.

            Θα ‘θελα να μιλήσω αλλά όχι για να καλύψω τις σιωπές των άλλων.

Sunday, 30 May 2010


Σε είδα, καλέ μου, στο μετρό. Τι όμορφα μαλλιά που είχες. Σγουρά και απαλά. Και τι όμορφα ζαφειρένια μάτια. Μάτια που έψαχναν τριγύρω κάτι. Μάτια γεμάτα χνούδια και σκόνη που μ’ έκαναν να θέλω να φυσήξω μπρος τους. Θέλησα να απλώσω το χέρι μου και να μαζέψω τα χνούδια αλλά πόσο θα παρεξηγούσες κάτι τέτοιο. Μπορεί και να μου φώναζες. Γι’ αυτό δεν το έκανα.

Έφυγα προτού αντιληφθείς την παρουσία μου. Έφυγα ζαλισμένος και βγήκα σ’ ένα σταθμό πολύ μακριά από αυτόν του προορισμού μου. Χώθηκα σε κάτι στενά κακόφημα για να δω τι σημαίνει νύχτα εκεί πέρα. Τα παπούτσια μου γλιστρούσαν γιατί οι σόλες έχουν φθαρεί πολύ. Φοβόμουν μη πέσω στα βρώμικα νερά και φοβόμουν μη με ληστέψουν. Και ξάφνου, μια απίστευτη δύναμη με τραβάει πίσω. Ο ώμος μου καίει και τα πόδια μου παραλύουν. Βλέπω ένα χέρι. Βλέπω ένα πρόσωπο σκοτεινό. Ακούω το χρατς που κάνουν οι ραφές σαν ξεχειλώνουν. Κέρματα πέφτουν παντού στο πεζοδρόμιο βουβά. Κάτι εκρήγνυται μέσα μου και κάτι με ρουφάει. Ο ξένος είναι στα τέσσερα και μαζεύει τα λεφτά μου κι εγώ ψελλίζω δίχως να με ακούσει κανείς «κλέφτης».

Έμεινα για μια στιγμή να βλέπω την πλάτη του καθώς απομακρυνόταν. «Μήπως είσαι εσύ;», σκέφτηκα. Δε μπορεί. Θα μου έκανες άραγε τέτοιο κακό; Όμως, αν ήσουν εσύ, θα σου τα έδινα όλα χωρίς να με ταράξεις. Θα ‘πεφτα πάνω σου και θα σου ζητούσα να με μαχαιρώσεις με εκείνο το μικρό σουγιά που κρύβεις στην κωλότσεπη. Και θα ‘ταν ωραία γιατί έτσι θα έκανα βόλτα με το ασθενοφόρο. Ίσως να με εγχείριζαν και να με κρατούσαν για μέρες. Θα κοιτούσα το ταβάνι του νοσοκομείου και θα σχημάτιζα εκεί, με όσα θυμάμαι, το πρόσωπό σου.

Όμως έφυγες πολύ γρήγορα. Έμεινα σοκαρισμένος στην άκρη του δρόμου και οι περαστικοί μετανάστες με κοιτούσαν με λύπη. Και κανείς δε με έπιανε. Κανείς δε μου χάιδευε το κεφάλι. Κανείς δε μου είπε πως όλα είναι καλά. Κανείς δεν ήξερε τη γλώσσα μου. Με κοιτούσαν κι έλεγαν μέσα τους «κρίμα, έπρεπε να γίνει έτσι». Έπειτα συνήλθα, μάζεψα τα δάκρυά μου κι έφυγα με ένα λεωφορείο.

Ήπια ένα κρασί κι έπεσα στον καναπέ. Όχι, δεν ήσουν εσύ. Άλλωστε δε μου πήρες και πολλά. Κάτι ψιλά μόνο που φυλούσα για τις συγκοινωνίες. Δεν ήσουν εσύ. Εσύ θα μου τα έπαιρνες όλα.

Thursday, 27 May 2010


Σε μερικά μέρη, η πόλη μοιάζει με Νέα Υόρκη. Ειδικά εκεί με τους τούβλινους τοίχους και τα δέντρα που σκεπάζουν τους δρόμους. Εκεί συναντιόμαστε κάποια βράδια κι εσύ επιμένεις να με φιλάς άγαρμπα δαγκώνοντας όλο μου το σαγόνι. Δεν παραπονιέμαι γιατί τίποτα δεν είναι αληθινό κι ούτε κρατάει και πολύ. Στην αρχή δε μου άρεσε που με γέμιζες σάλια παντού αλλά τώρα το περιμένω με ανυπομονησία. Γι’ αυτό περνάω από αυτό το σημείο κάποια βράδια. Κι ας μη με βολεύει για το τρόλεϊ.


Σήμερα ήθελα να σου πω τόσα υπέροχα πράγματα αλλά συνάντησα μία φίλη μου και μου το χάλασε. Με ρωτούσε για τη ζωή μου και με μπέρδεψε. Όταν πρέπει να εξηγήσω πράγματα αισθάνομαι τις λέξεις να χάνουν τα νοήματά τους. Δε θέλω να φέρομαι έτσι στις λέξεις. Θέλω να τις γεμίζω και όχι να τις αδειάζω. Αυτό όμως δε γίνεται με τις εξηγήσεις. Πολλές φορές, ενώ εξηγώ κάποια πράγματα σε κάποιον αρχίζω και σταδιακά ξεχνάω τη σημασία τους και χρειάζομαι να μου τα εξηγήσουν πίσω.  Από αυτές τις συνδιαλλαγές πάντα κάτι χάνεται και στο τέλος δε μένει τίποτα. Έτσι μένω βουβός.

Καθώς έρχομαι να σε βρω με πιάνει μια απελπισία. Έχω πάψει να γνωρίζω πράγματα για τη ζωή και αυτό είναι πολύ αποκαρδιωτικό. Θέλω να σου το πω αυτό και να σου δείξω πόσο βαθειά το αισθάνομαι. Θέλω τώρα πολύ να σε βρω. Να σταθούμε σε μία μεριά του δρόμου, να πιάσουμε τα χέρια και να κοιταζόμαστε αντικριστά. Εκεί θα πρέπει να με φιλήσεις για να νιώσω λίγο πιο άνετα και να αρχίσω να μιλάω και πάλι. Σκέφτομαι, καθώς περνάω βιαστικά τη διάβαση, πως θα με έχεις γεμίσει σάλια και το πιγούνι μου θα γυαλίζει ενώ θα σου μιλάω. Τι αστείο.

Όλα αυτά βέβαια είναι φαντασίες και εσύ δεν υπάρχεις στ’ αλήθεια. Μπορεί να μη σε δω αν το τάιμινγκ δεν είναι το σωστό. Μπορεί να αντικρύσω το τρόλεϊ στη γωνία λίγο πριν το πάρκο. Αν συμβεί αυτό, θα τρέξω και θα περάσω βιαστικά από το μέρος μας για να το προλάβω. Θα πρέπει να διασχίσω αυτόν το τεράστιο κύκλο γύρο από το πάρκο για να φτάσω έγκαιρα στη στάση. Σ’ αυτή τη διαδρομή θα δω διάφορους να ψωνίζονται κι έτσι θα σε ξεχάσω για λίγο. Ίσως και να μη σε ξαναφέρω στην σκέψη μου ξανά παρά μόνο το επόμενο πρωί.

Τώρα νομίζω πως βλέπω το τρόλεϊ.